Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΕΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΕΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Δεκ 2009

Η επιστολή παραίτησης του Δούκα Μαρινόπουλου

Μας εστάλη και δημοσιεύουμε την επιστολή παραίτησης από το ΔΣ των ΟΕΥ, του Δούκα Μαρινόπουλου.

Λευκωσία 30 Noεμβρίου 2009

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Με την παρούσα επιστολή μου, θα ήθελα να σας ενημερώσω για μια σειρά από καταστάσεις και γεγονότα, που αναμφίβολα σας αφορούν ως μέλη της Ένωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (ΕΝΔΥ ΟΕΥ).

Κατ’ αρχάς θεωρώ ότι όποιος εκλέγεται από τους συναδέλφους του, προκειμένου να τους εκπροσωπεί απέναντι στην πολιτική και υπηρεσιακή ηγεσία, είναι υποχρεωμένος να προασπίζεται με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντά τους και να μεριμνά ώστε αυτά να μην υπονομεύονται και να μην διακυβεύονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο.

Ο βασικός λόγος που συμμετείχα ως υποψήφιος στις τελευταίες εκλογές της Ένωσής μας, την 27.6.2008, ήταν ότι πίστευα πως θα έπρεπε να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια από όλους μας, ώστε να ανατραπεί η θεσμική υποβάθμιση του κλάδου μας, μετά την ψήφιση του νέου Οργανισμού (Ν. 3566/2007).

Από την επομένη των εκλογών, όπου χάρις στην ψήφο σας εξελέγην δεύτερος μεταξύ των υποψηφίων, και μετά την συγκρότηση του ΔΣ σε σώμα, κατέθεσα άμεσα τις προτάσεις μου για την χάραξη της στρατηγικής που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε. Έκτοτε ήμουν ουσιαστικός αρωγός της προσπάθειας του συλλογικού μας οργάνου, με έγγραφες απόψεις και θέσεις, για την επίλυση των εκκρεμούντων θεμάτων μας.

Σταθερό σημείο αναφοράς των θέσεων μου ήταν εξαρχής, η ανάγκη τακτικής προβολής της θεσμικής απαξίωσής του εξειδικευμένου κλάδου μας, η οποία συνεπάγεται την σταδιακή υποβάθμιση έως και την πλήρη εξαφάνιση των υπηρεσιών των Γραφείων ΟΕΥ, προς τις εξωστρεφείς ελληνικές επιχειρήσεις, στο εγγύς μέλλον.

Ειδικότερα από τον Ιούλιο του 2008 υποστήριζα προφορικώς και εγγράφως στους υπόλοιπους συναδέλφους-μέλη του ΔΣ, ότι πρέπει να λειτουργούμε δυναμικά και διεκδικητικά, αναδεικνύοντας τις αρνητικές συνέπειες της θεσμικής μας υποβάθμισης. Η ενημέρωση αυτή πρότεινα να γίνεται τόσο προς τους άμεσα ενδιαφερόμενους εκπροσώπους των παραγωγικών τάξεων και του επιχειρηματικού κόσμου όσο και προς την ευρύτερη κοινή γνώμη, με συνεντεύξεις τύπου και στοχευμένα άρθρα σε επιλεγμένα έντυπα, ώστε να δημοσιοποιούμε με τον καλύτερο τρόπο την αδικαιολόγητη «κατάργηση» του μοναδικού και ιδιαίτερα χρήσιμου βραχίονα υποστήριξης της ελληνικής επιχειρηματικότητας στις αγορές του εξωτερικού.

Μολονότι μας δόθηκε αρκετές φορές η ευκαιρία να προβάλλουμε μέσω του τύπου τις θέσεις και τις απόψεις μας, δυστυχώς δεν την αδράξαμε ούτε μία φορά. Παρά τα σχετικά κείμενα που είχα συντάξει και αποστείλει στα υπόλοιπα μέλη, επικράτησε η άποψη, με την οποία και διαφώνησα έντονα πλειστάκις, ότι «δεν είναι η καλύτερη περίοδος προβολής των θεμάτων μας». Και όμως, κατά την άποψή μου, ήταν εξαιρετική η συγκυρία προβολής τους, ειδικά το καλοκαίρι του 2008 με την ανάδειξη ιδιαίτερα ενδιαφερόντων ζητημάτων, εν όψει της επικείμενης ψήφισης των τροπολογιών του Οργανισμού, από το Προεδρείο ετέρου συνδικαλιστικού κλάδου του ΥΠΕΞ στα πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Η επιχειρηματολογία που έως τότε είχαμε αναπτύξει, για την χρεία επανατροφοδότησης του κλάδου μας, ήτοι «η εξειδικευμένη γνώση και η καθημερινή ενασχόληση των στελεχών του με το συγκεκριμένο αντικείμενο» διατυπωνόταν δημόσια και μαχητικά από τους εκπροσώπους ενός άλλου συνδικαλιστικού φορέα για τα δικά τους θέματα. Εμείς απλά παρακολουθούσαμε.

Μετά την ψήφιση των τροπολογιών του Οργανισμού (Ν. 3712/2008) τον Οκτώβριο του 2008, καυτηρίασα εγγράφως την μέχρι τότε λανθασμένη, κατά την γνώμη μου, τακτική μας ως ΔΣ, η οποία ουδέποτε ανέδειξε επικοινωνιακά το πρόβλημα της απαξίωσης του κλάδου μας. Η πολιτική «χαμηλών τόνων» που ακολουθήθηκε, συνετέλεσε στην παγίωση μιας ηττοπαθούς νοοτροπίας που συνοψιζόταν στη φράση «όταν και εφόσον αλλάξουν κάποια δεδομένα, τότε βλέπουμε τι θα κάνουμε».

Περαιτέρω και σε αυτό το γκρίζο πλαίσιο λειτουργίας του συλλογικού μας οργάνου, κάποια μέλη του επεχείρησαν να θέσουν ορισμένα ανεπίκαιρα ψευτο-διλήμματα –τον περασμένο Απρίλιο τ.έ.-, αναφορικά με το πλαίσιο λειτουργίας του κλάδου μας, επιμένοντας να αγνοούν προκλητικά τόσο τα νομοθετήματα της τότε Κυβέρνησης (Ν. 3566/2007), όσο και αυτά της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης (Ν. 3196/2003), που είχαν αμετάκλητα αποφανθεί υπέρ της θεσμικής λειτουργίας του στο ΥΠΕΞ και όχι σε άλλο παραγωγικό Υπουργείο.

Εκείνη την περίοδο διατυπώθηκαν επίσης και κάποιες άλλες εντελώς ανεπίκαιρες προτάσεις για την ανάγκη αντικατάστασης των εκπροσώπων μας στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, επτά μήνες πριν την λήξη της θητείας τους. Με είχαν προβληματίσει οι «προτεραιότητες» που έθεταν μέλη του Προεδρείου, δεδομένου ότι, κάθε χρόνο, το στελεχιακό δυναμικό των υπαλλήλων ΟΕΥ μειώνεται, σταδιακά χάνει αρμοδιότητες και πλέον δεν εκπροσωπείται ούτε στα Γραφεία των αρμοδίων πολιτικών προϊσταμένων του.

Όπως ενδεχομένως θα έχετε αντιληφθεί, δεν είμαι θιασώτης της επίλυσης των θεσμικών μας προβλημάτων μέσω της αργής και πλήρους ωρίμανσής τους, ειδικά όταν ο κίνδυνος της παγίωσης της πλήρους απαξίωσης του κλάδου μας είναι δεδομένος. Ήμουν πάντοτε υπέρ της ανάληψης πρωτοβουλιών για την θετική προβολή του κλάδου μας και την ανάδειξη των προβλημάτων του, χωρίς να σκέφτομαι ούτε τις επιπλέον ώρες δουλειάς ούτε το αν θα εκτεθώ δημόσια προκειμένου να υποστηρίξω τα συμφέροντα των συναδέλφων, που με εξέλεξαν για να τους εκπροσωπώ.

Σε κάθε περίπτωση όμως, σεβόμενος πάντα τις απόψεις των υπολοίπων μελών και προτάσσοντας την ενότητα του κλάδου μας σε μία δύσκολη συγκυρία, προτιμούσα, έως και σήμερα, να διατυπώνω τις απόψεις μου εντός και όχι εκτός του ΔΣ, έστω και αν πολλές προτάσεις μου δεν λαμβάνονταν υπόψη. Είμαι, ήμουν και θα είμαι υπέρ των συλλογικών και διαφανών διαδικασιών και σέβομαι πάντοτε την αντίθετη άποψη, στο πλαίσιο των αρχών αυτών.

Δυστυχώς όμως, πολύ πρόσφατα, διαπίστωσα ότι τις παραπάνω απόψεις και αρχές μου δεν τις ενστερνίζονται όλα τα μέλη του παρόντος ΔΣ.

Για να γίνω σαφέστερος, πριν από δέκα περίπου ημέρες, περιήλθαν στη γνώση μου κάποια εντελώς διαφορετικά πράγματα –από αυτά που γνώριζα μέχρι τότε κατόπιν προφορικής μου ενημέρωσης από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα της Ένωσής μας- σχετικά με την στάση και τις θέσεις που διατύπωσαν οι προαναφερόμενοι, σε συνάντηση που είχαν με την Δ/νση Προσωπικού, εν όψει της δημοσίευσης του καταλόγου των μεταθέσεων για το 2010.

Άμεσα, έπραξα τα αυτονόητα, ως μέλος του ΔΣ. Πρώτα συζήτησα με τα άλλα δύο μέλη (Αντιπρόεδρο και Ταμία) και αφού διαπίστωσα ότι, το όλο θέμα της παραπάνω συνάντησης έχρηζε σημαντικών διευκρινήσεων, απέστειλα επιστολήστους παρισταμένους στη συνάντηση αυτή, την 19.11 τ.έ. Λόγω της σοβαρότητας του θέματος τους ζήτησα να ενημερώσουν εγγράφως, τα μη παριστάμενα στην ανωτέρω συνάντηση μέλη του Προεδρείου, για το τι ειπώθηκε σε εκείνη την συνάντηση και τι θέσεις διατύπωσαν, ως εκπρόσωποι του συνδικαλιστικού μας οργάνου, για τις μετακινήσεις συναδέλφων μας, με συνεχόμενη δεκαετή υπηρεσία στο εξωτερικό, στην Κεντρική Υπηρεσία.

Μετά από μία εβδομάδα (25.11 τ.έ), η επιστολή μου επιτέλους απαντήθηκε και μου δόθηκαν οι λεπτομέρειες της «συνάντησης ρουτίνας», που είχαν με τον κ. Δ/ντή της ΣΤ1 την 12.11 τ.έ., η οποία προέκυψε «μετά από δική τους πρωτοβουλία», «μολονότι είχαν πληροφορηθεί ότι ο κατάλογος των μετακινουμένων υπαλλήλων είχε κλείσει και είχε αποσταλεί στην ανώτατη υπηρεσιακή και πολιτική ηγεσία».

Κατόπιν των ανωτέρω, είμαι υποχρεωμένος για λόγους αρχής και με δεδομένα αφενός την διαφωνία μου, με ορισμένα μέλη του ΔΣ, για τον τρόπο εκπροσώπησης των συμφερόντων του κλάδου μας και αφετέρου την ελλιπή ενημέρωσή μου για «θέματα ρουτίνας», να σας ανακοινώσω την υποβολή της παραίτησής μου από το παρόν ΔΣ.

Κλείνοντας θέλω να καλέσω όλους τους συναδέλφους που αγωνιούν για τις προοπτικές του κλάδου μας, οι οποίοι αποτελούν και την σιωπηλή συντριπτική πλειοψηφία, να πάρουν θέση και να διατυπώσουν τις απόψεις τους, για την στρατηγική που θα πρέπει να ακολουθηθεί στο άμεσο μέλλον από το συλλογικό μας όργανο, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της επανατροφοδότησής μας και της καλύτερης αξιοποίησής μας στο ΥΠΕΞ.

Με εκτίμηση

Δούκας Μαρινόπουλος

Μέλος ΔΣ της ΕΝΔΥ ΟΕΥ

20 Οκτ 2009

Νέα επιστολή ΟΕΥ για τον κλάδο

Δημοσιεύουμε σήμερα και δεύτερη επιστολή από ΟΕΥ, σχετικά με την πορεία του κλάδου και τις ανησυχίες, που τώρα εκφράζουν. Προέρχεται από τον Γραμματέα Γ' ΟΕΥ, Κ. Δασκαλόπουλο.

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Τελικά η διαφορά μεταξύ ανώδυνου, συμβιβαστικού και μαχητικού σύμφωνα με την ετοιμολογία που προτείνει η τρέχουσα διοίκηση του κλάδου μας, είναι απλά η μη ενασχόληση με τα πραγματικά προβλήματα και η αέναη διαμάχη με την προηγούμενη κατάσταση του ΔΣ.

Όταν ο νυν Γεν. Γραμματέας απέστελνε προ διετίας επιστολή προς όλους τους συναδέλφους, με την οποία ορθοτομούσε τις διαστάσεις του προβλήματος του κλάδου μας συμπυκνωμένα, δίχως δεύτερες σκέψεις και περιττές δολιχοδρομήσεις, πρότεινε ως σπουδαιότερη αναγκαιότητα την διεξαγωγή ειλικρινούς διαλόγου μεταξύ των συναδέλφων για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε τη στοιχειώδη αυτογνωσία που θα μας επέτρεπε να δούμε κατάματα το πρόβλημα που μας απασχολεί. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Μάλιστα με αέναες προσπάθειες ανανεωνόταν η υποσχεσιολογία για την πραγματοποίηση συστηματικού διαλόγου στο μέλλον.

Ώσπου το ΔΣ απεφάσισε τελικώς να γίνει ουρά των πολιτικών εξελίξεων και να μετατρέψει το πραγματικό πρόβλημα 170 υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, που είδαν την ολοκληρωτική απαλλοτρίωση των δικαιωμάτων τους και την λειτουργική υποβάθμιση της υπαλληλικής ιδιότητός τους, σε πολιτικό-κομματικό και μόνον. Θα μειδιά “δικαιωμένος” , θου Κύριε, ο γνωστός βουλευτής υβριστής του κλάδου μας, με τα καμώματα αυτά. Είναι δυνατόν να απεμπολούμε ελαφρά τη καρδία την πραγματική υπόσταση των προβλημάτων και να εκχωρούμε την λειτουργική προσωπική μας ανεξαρτησία εν ονόματι οιασδήποτε κομματικής φιλίας; Όχι και πάλι όχι. Δεν επιτρέπω προσωπικώς σε κανέναν να υποκαταστήσει την δημόσια εικόνα μου και τα φρονήματά μου όσον αφορά την οργάνωση της Πολιτείας και τους εκπροσώπους της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας. Διατηρώ έως εσχάτων το δικαίωμα τούτο να αφορά αποκλειστικώς εμένα και μάλιστα να προτάσσω την δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα και την άσκηση του καθήκοντος με την προσήκουσα κατά το Διοικητικό Δίκαιο αμεροληψία.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι οι διαθέσεις του νυν Γεν. Γραμματέα του ΔΣ ήταν ειλικρινείς τότε, ίσως και να λαθεύω, αλλά εξακολουθώ να το πιστεύω. Σήμερα όμως έχει κυλήσει αρκετό νερό στο αυλάκι, που χάθηκε στο πέλαγος της ασυνενοησίας μεταξύ μας, με ευθύνη της εν μέσω δύσκολων διαδικασιών, εκλεχθείσας νέας διοίκησης, που προέκυψε από τις τελευταίες εκλογές. Φαίνεται ότι το ψυχικό χάσμα μεταξύ ορισμένων δεν έχει κλείσει και ούτε προσπάθησε κανείς να το γεφυρώσει. Ακόμα εξακολουθούν να υπάρχουν αναφορές στο τότε και στο τώρα με εξαιρετικά πικρό τόνο, που πληγώνουν όλους μας, καθώς μετέχουμε έκοντες άκοντες της κοινής ψυχικής μοίρας. Όμως δεν είναι αυτό το πρόβλημα του κλάδου, ή τουλάχιστον δεν ωφελεί κανέναν συνάδελφο αυτή η παράταση και ο μηρυκασμός παλαιοτέρων αρνητικών καταστάσεων, που βεβαίως έβλαψαν σε ορισμένο βαθμό τα συμφέροντα του κλάδου.

Δεν φταίει κανένας Δραγουμάνος και ανώνυμος επιστολογράφος για την αστοχία λόγων και έργων εκείνων που διαχειρίζονται τις τύχες του κλάδου. Η αποχή και συγγνωστή αμέλεια ενασχόλησης με τα του οίκου μας έχει κόστος επιμετρήσιμο και το διαπιστώσαμε μόλις σήμερα για μια εισέτι φορά, όταν η επιστολή-υπόμνημα του Δ.Σ. προς τον κ. Αντιπρόεδρο της Κυβερνήσεως, υπενθύμισε σε άπαντες την καχεκτικότητα των προτάσεών μας ως κλάδος εν συνόλω και την επαναδιατύπωση της εμμονής σε μονοδιάστατες λύσεις, που δεν εμπεριέχουν την προοπτική του μέλλοντος. Δεν υπάρχουν μοναδικές λύσεις - golden bullets.

Αγαπητοί συνάδελφοι, δεν θεωρώ ότι το κατατεθέν υπόμνημα είναι αντάξιο των προσδοκιών μας, ούτε στηρίζεται στα συμφέροντα ομοθυμαδόν όλων των συναδέλφων του κλάδου. Επιθυμώ να είμαι ξεκάθαρος κατά πάντα σε αυτή την κρίσιμη στιγμή για όλους μας.

Η ανάγκη να υπάρξουν σήμερα διακριτοί ρόλοι μεταξύ πολιτικής και οικονομικής διπλωματίας ήταν και είναι εφεύρημα συντεχνιασμού και ανάγκη διαρθωτική του καθ΄ ημάς διοικητικού συστήματος. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι καινοφανής και δυστυχώς έχει υιοθετηθεί και από τους συντάκτες του υπομνήματος. Εξακολουθεί όμως να μην λαμβάνεται υπόψη διόλου στις αναλύσεις και τις προτάσεις που προωθούνται.

Καθ΄ ην στιγμή οι θεωρίες έχουν σαρωθεί από την αναδιάρθρωση των διεθνών σχέσεων στο παγκόσμιο στερέωμα και νέες εκφράσεις της διπλωματίας εισβάλλουν στο ευρύτερο γνωσιολογικό περίγραμμα, εμείς στεκόμεθα απολιθωμένοι στο παρελθόν, ούτε καν στο παρόν. Περιβαλλοντική διπλωματία, πολιτιστική διπλωματία, ενεργειακή διπλωματία, δημόσια διπλωματία, εκκλησιαστική διπλωματία, οικονομική διπλωματία, διπλωματία της αγοράς, πολιτική διπλωματία, κοινοβουλευτική διπλωματία είναι υπαρκτές συστημικές κατηγοριοποιήσεις της ενιαίας ανάγκης να εκφραστεί το εθνικό συμφέρον των κρατών μέσα από την ίδρυση νέου τύπου διακρατικών σχέσεων.

Δυστυχώς και πάλι ο κλάδος βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων καθώς έχοντας υποστεί την “Μικρασιατική καταστροφή” του Ν. 3567/07, αποκλειστικής εμπνεύσεως ανθρώπων που δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις ανάγκες εξυπηρέτησης του εφικτού και μείζονος για τα εθνικά συμφέροντα, αλλά την προώθηση μικροσυμφερόντων που απέχουν από την έμπρακτη αποδοχή της ύπαρξης προβλημάτων στη διάρθωση και οργάνωση ενός εκ των πλέον σημαντικών Υπουργείων.

Αυτό είναι και το αμφιλεγόμενο σημείο, κατά την άποψή μου, της κατάντιας των δικαίων συμφερόντων των 170 συναδέλφων που συναπαρτίζουν έναν κλάδο που μπορεί να έχει μια μακρά διαδρομή στην Ελληνική Δημόσια Διοίκηση, αλλά ποτέ δεν τον “αγάπησε” κανείς! Δεν υπήρξε καμιά ουσιαστική και έμπρακτη συμπαράσταση των παραγωγικών τάξεων στην κατάργηση του κλάδου μας. Δεν αισθάνθηκε ουδείς την ανάγκη να εκφράσει την θλίψη του με κάτι περισσότερο από τα τετριμμένα τηλεγραφήματα συμπαράστασης των τεθλιμμένων συγγενών.

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι εάν μετά από το 1947 και μέχρι σήμερα δεν έχει καταξιωθεί στη συνείδηση του επιχειρηματικού κόσμου ο θεσμός του εμπορικού ακολούθου, τούτο δεν συμβαίνει γιατί δεν προσέφερε στην ελληνική οικονομία καρπούς γόνιμους, αλλά γιατί σήμερα άλλα ζητά ο επιχειρηματίας και άλλη οργάνωση απαιτείται για την ουσιαστικοποίηση των ενεργειών προώθησης της οικονομικής διπλωματίας, που κακώς απεμπολεί ως έννοια στο υπόμνημά του το ΔΣ.

Η κρίσιμη λέξη που ακούγεται είναι ανασύσταση του κλάδου στα πρότυπα του Ν. 3196/03. Όμως αυτό είναι μια φενάκη για πολλούς λόγους, μείζων των οποίων είναι ότι ουδέποτε ο αδελφός (;) κλάδος των διπλωματικών υπαλλήλων το απεδέχθη. Έχουμε αποδεχθεί ότι ο Ν. 3196/03 περί οργάνωσης της Οικονομικής Διπλωματίας, εφαρμόστηκε δίνοντας όλες τις στρατηγικές αρμοδιότητες προώθησης εν συνόλω των πολιτικών στο προαναφερθέντα κλάδο. Γενικός Διευθυντής, Διευθυντές και τμηματάρχες, αλλά και στελέχη πρώτης γραμμής στην Β΄ Γενική Διεύθυνση, δεν ήταν υπάλληλοι του κλάδου μας. Δυστυχώς δε σε ορισμένες περιπτώσεις δεν το επεδίωξαν. Ο Ν. 3196/03 απλά έδωσε ένα θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση της οικονομικής διπλωματίας εντός του Υπ. Εξωτερικών. Δεν διασφάλισε την άσκησή του από τον κλάδο μας. Περί τούτου δεν χωρεί παρανόηση ουδεμία.

Το ερώτημα που αναδεχόμαστε είναι γιατί δεν μπόρεσε ούτε το προηγούμενο, αλλά ούτε και το νυν ΔΣ να ανοίξει έναν σοβαρό και καθαρό διάλογο με την ΕΔΥ, στη βάση της γόνιμης εφαρμογής του Ν. 3196/03 και της αποφυγής απαλλοτρίωσης de facto, δικαιωμάτων μας που δεν χρειαζόταν να τα “τακτοποιήσει” νομοθετικά ο Ν. 3566/07.

Είναι πεποίθησή μου ότι η κατάργησή του κλάδου μας και η υφαρπαγή των αρμοδιοτήτων μας δεν αύξησε το αίσθημα δικαίου της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών της ΕΔΥ. Τούτο άλλωστε στην πράξη αποδείχθηκε και από τον τρόπο εφαρμογής του νέου νόμου σε ουκ ολίγες περιπτώσεις. Παρά τα όποια επί μέρους παράπονα, η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων βρήκε τρόπο να συνεννοηθεί και με την ΣΤ1 για το κορυφαίο θέμα των μεταθέσεων, παρά τα όποια παρατράγουδα που αφορούν άλλωστε όλους τους κλάδους.

Ο κλάδος μας σήμερα συναπαρτίζεται από 170 συναδέλφους και δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει με σοβαρότητα ότι υπολείπονται σε αίσθηση καθήκοντος, ουσιαστικών και τυπικών προσόντων. Η λογική ότι τα τηλεγραφήματα που αφορούν πολιτικά θέματα αφορούν τους μεν και τα οικονομικά τους δε έχει καταβαραθρωθεί από την καθημερινότητα που βιώνουμε όλοι, είτε στην Κεντρική Υπηρεσία είτε στις Αρχές Εξωτερικού. Η διαμόρφωση του επιχειρήματος που θα διατυπώσει ο σύγχρονος διπλωμάτης (πολιτικός ή οικονομικός) αφορά το σύνολο των εθνικών συμφερόντων και δεν μπορεί να απορφανίζεται η αποτελεσματικότητά του από μια ανερμάτιστη μονομερή διαμόρφωση, που αγνοεί τα μεν της πολιτικής διπλωματίας και εστιάζεται στα δε της οικονομικής και τούμπαλιν. Πώς αλήθεια είναι δυνατόν να αντιπαρέλθει κανείς αυτό το πρωταρχικής αξίας γεγονός. Οφείλεται στην καχεξία του ελληνικού διοικητικού συστήματος να εντάξει δημιουργικές προτάσεις για πραγματική μεταρρύθμιση ή στην αδυναμία εξεύρεσης τρόπου αντιμετώπισης των συντεχνιακών αιτημάτων. Θεωρώ ότι και στις δυο περιπτώσεις εκείνο που απουσιάζει είναι η ειλικρίνεια των εμπλεκομένων μερών να αναζητήσουν πραγματικές λύσεις για όλους και όχι μεταβατικές, εμβαλωματικές λύσεις που θα αίρονται αναλόγως της πολιτικής καταστάσεως και των φίλα προσκείμενων στα κέντρα εξουσίας.

Οι υπάλληλοι του κλάδου ΟΕΥ που έχουν 20 και πλέον χρόνια υπηρεσίας στον κλάδο αυτό και μάλιστα σε διαφορετικά Υπουργεία, πρέπει να κατανοήσουν τους συναδέλφους που ατενίζουν το μέλλον με την προοπτική 30 ετών υπηρεσίας σε καθεστώς θεσμικής ομηρείας, είτε με καθαρό νόμο επανατροφοδότησης του κλάδου, είτε με την δυσχερέστατη παρούσα κατάσταση, προσπαθώντας να εμπνευστούν αποκλειστικά από την ανάγκη προσήλωσης στο υπηρεσιακό καθήκον παρά την μοιραία περιθωριοποίηση τους.

Έχω σταθερά ταχθεί υπέρμαχος της αρχής : η συγχώνευση αρμοδιοτήτων επιφέρει συγχώνευση των κλάδων. Αλλά εξηγούμεθα ˙ τούτο αποτελεί αναγκαιότητα για την ομοιογενή και νομότυπη οργάνωση του Υπ. Εξωτερικών και όχι για την προνομιακή μεταχείριση ενός κλάδου υπαλλήλων. Ειδικότερα η αρχή που εισήγαγε ο Ν.3566/07 και αναπαράχθηκε έντονα στην επόμενη περίοδο περί νέου τύπου διπλωματών, δεν προβλημάτισε διόλου το νέο ΔΣ και για να είμαστε ειλικρινείς δεν θα μπορούσε, καθώς το μείζον που προέκυψε ως ανάγκη αντιμετώπισης ήταν η κατάργηση του κλάδου ΟΕΥ. Ωστόσο δεν απετέλεσε ούτε σε δεύτερο χρόνο, στοιχείο δημιουργικού προβληματισμού και ανάπτυξης πρωτοβουλιών με επίκεντρο αυτό το ζητούμενο. Ποιος έχει δικαίωμα τελικά, είτε ως κλάδος είτε ατομικά να συμμετάσχει στο νέο εγχείρημα; Οι αποκλεισμοί που τέθηκαν από το νομοθετικό πλαίσιο είναι μαχητοί στη θεωρία μόνον ή και στα δικαστήρια; Η άποψή μου είναι καταφατική για αμφότερες τις εκδοχές διαχείρισης του προβλήματος. Αυτή είναι η νομοτελειακή εκδοχή της άποψής που υποστηρίζω.

Η άποψη του ΔΣ μάλλον είναι μονόδρομος και τούτο παγίδευσε τον κλάδο σε μη προοπτικές, αφού δεν θεωρώ ότι ενδεχόμενη έστω επαναφορά του καθεστώτος του Ν. 3196/03 (που ούτε αυτό δεν είναι ορατό ενδεχόμενο) θα απελευθερώνει τον κλάδο και την οικονομική διπλωματία από τα βαρίδια που εναπέθεσε και αυτός ο νόμος στην πράξη. Οι έννοιες : αντιστοιχία βαθμών, διεύθυνση γραφείου ΟΕΥ, διοίκηση Β΄ Γενικής Διεύθυνσης, δικαίωμα συμμετοχής στην διοίκηση του Υπουργείου Εξωτερικών όπως αυτό προβλέπεται και για τον έσχατο υπάλληλο άλλου κλάδου του ΥΠΕΞ αλλά και άλλων Υπουργείων εξελισσόμενος σε βαθμό έστω τμηματάρχη σε διαφορετικές διευθύνσεις, μη αποκλεισμός από την διοίκηση της ΥΔΑΣ, αντικατάσταση επικεφαλής Αρχής και σειρά άλλων θα αποτελούν μόνιμο σημείο τριβών με διαφορετικής ποιότητας χαρακτηριστικά ανά περίπτωση. Η συστοιχία προβλημάτων και το ισοζύγιο εξουσίας που ενσωματώνει η άσκηση διοικητικών καθηκόντων θα εξακολουθήσει να είναι σε βάρος μας και τούτο βεβαίως θα μακροημερεύσει τις παρούσες καχεξίες.

Θεωρώ ότι έστω την έσχατη ώρα πρέπει να συσταθεί επιτροπή με εκπροσώπους όλων των βαθμών και γενεών των ΟΕΥ (και εκείνων που θεωρούν ότι ο υπάλληλος ΟΕΥ είναι κατά πλάσμα …μη δικαίου εκτός του ΥΠΕΞ), οι οποίοι θα θέσουν τα θέματα στεγνά και ξεκάθαρα προς την ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης. Δεν ωφελεί και είναι άδικο να θυσιάζεται η μια γενεά υπέρ της άλλης, αλλά ούτε και να προσχωρήσουμε αναφανδόν στο εισπηδητικό μαρτύριο της αναμονής της πλήρους απαλλοτρίωσης των δικαιωμάτων μας μέχρι τελευταίου ΟΕΥ. Η λύση θα βρεθεί μόνον όταν υπάρξει διάλογος με την ΕΔΥ και τους λοιπούς συλλόγους του ΥΠΕΞ και την συνδρομή της πολιτείας αποκλειστικά και μόνο στη θεσμοθέτηση ολοκληρωμένης πρότασης που θα προσφέρει προοπτικές για όλους. Αρνούμαι να δεχτώ ότι ενδεχομένως εξακολουθούν να υπάρχουν ώτα μη ακουόντων πανταχόθεν. Οι προσθέσεις ωφελούν οι αφαιρέσεις μας αποξενώνουν από την πραγματικότητα.

Διατελών με τιμή προς άπαντες

Ο εν Σικάγω παρεπιδήμων

Κωνσταντίνος Δασκαλόπουλος Γραμματέας ΟΕΥ Γ΄

19 Οκτ 2009

Επιστολή του ΟΕΥ, Μ. Μπελιμπασάκη

Μια επιστολή μας απέστειλε συνεργάτης της στήλης, του ΟΕΥ, Μ. Μπελιμπασάκη, με την οποία καταγγέλλει την ηγεσία του κλάδου και ζητά αναθεώρηση της πολιτικής που ακολουθούν,. Έχει ενδιαφέρον για όσους θέλουν να ξέρουν… μιας και εξ όσων γνωρίζουμε ο κ. Μπελιμπασάκης υπήρξε εξ αυτών που υποστήριξαν την προοπτική … να γίνουν διπλωμάτες! Μια παρατήρηση για τον ίδιο ας προσέχει την ορθογραφία του. Εδώ τη διορθώσαμε.

Οκτώβριος 2009

«Φθινοπωρινή ανησυχία 1»

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Επανέρχομαι μετά από πέντε χρόνια προσπαθώντας να διατυπώσω τις απορίες μου ζητώντας διευκρινήσεις από το ΔΣ του Συλλόγου μας για τις ενέργειες του υπό το φως των νέων συνθηκών που δημιουργεί η αλλαγή πολιτικής ηγεσίας.

Επιτρέψτε μου να ζητήσω προκαταβολικά την κατανόηση σας για τα αφελή ενδεχομένως ερωτήματα μου.

α) Η στρατηγική.

Εδώ και αρκετούς μήνες οι συζητήσεις και οι ανταλλαγές απόψεων μεταξύ των συναδέλφων για το επαγγελματικό μέλλον του «κλάδου» έχουν περιοριστεί σε φήμες, εικασίες και πιθανά σενάρια, δίχως ουσιαστικά καμία ενημέρωση από τους εκλεγμένους εκπροσώπους μας.

Ερώτημα 1.

Αυτό αποτελεί στρατηγική επιλογή ή απλά υιοθέτηση του δόγματος «ο Θεός θα σώσει τους ΟΕΥ»; Και αν αποτελεί επιλογή η πολιτική του μη διαλόγου/πιέσεων προς τους φορείς και την πολιτική ηγεσία ποιος και πότε το αποφάσισε; Η εγκατάλειψη της ιστοσελίδας μας (OEY.GR) η οποία έχει παραμείνει επί αρκετούς μήνες σχεδόν ανενεργή είναι και αυτό μέρος της στρατηγικής αυτής; Υπενθυμίζω ότι ο υπογράφων όπως και πολλοί συνάδελφοι έχουν στηρίξει με πράξεις και το προηγούμενο και το νυν ΔΣ και είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν οποιαδήποτε στρατηγική επιλέξει η πλειοψηφία των συναδέλφων. Όταν όμως αυτή υφίσταται και είναι ξεκάθαρη. Το γεγονός ότι η παλαιότερη ηγεσία ήταν υπέρ του δέοντος μαχητική (στα όρια της υπερβολής μερικές φορές) δε σημαίνει ότι η υιοθέτηση συμβιβαστικής και ανώδυνης εκπροσώπησης είναι η καλύτερη λύση.

β) Τα αιτήματα.

Όταν πριν πέντε περίπου χρόνια είχα αποστείλει τις απόψεις μου και οι οποίες συνέτειναν στην προσπάθεια ενσωμάτωσης μας στο Υπ. Εξωτερικών οι συνθήκες ήταν διαφορετικές και εκτιμώ ότι εάν τότε είχαμε πιέσει προς αυτή την κατεύθυνση ενδεχομένως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά.

Ερώτημα 2.

Σήμερα ποια είναι το κύριο αίτημα μας; Προς αυτή την κατεύθυνση είμαι έτοιμος να ακούσω διαφορετικές γνώμες και να πειστώ από μια άποψη η οποία θα τεκμηριώνεται με επιχειρήματα ( δίχως προσωπικές ιδιοτέλειες και προκαταλήψεις).

Όπως ακούμε από συζητήσεις φαίνεται ότι το κύριο αίτημα μας είναι η επανατροφοδότηση του κλάδου από την ΕΣΔΔ, το οποίο είναι και το ευκταίο. Αυτό από μόνο του εκτιμώ ότι δεν αποτελεί ανασύσταση του κλάδου καθώς κάτι τέτοιο θα πρέπει να περιλαμβάνει προβλέψεις για τη στελέχωση και διοίκηση των Γραφείων αποκλειστικά από υπαλλήλους ΟΕΥ, την κάλυψη και η διοίκηση των Β Δ/νσεων από ΟΕΥ κα. Δεν θα ήθελα να μπω σε νομικά πεδία γιατί ούτε την επαρκή γνώση, αλλά ούτε και τη διάθεση έχω να επεκταθώ σε αυτό το αντικείμενο. Άλλωστε υπάρχουν άριστοι νομικοί συνάδελφοι οι οποίοι εάν χρειαστεί θα εντοπίσουν τα κατάλληλα επιχειρήματα για την υπεράσπιση των θέσεων μας. Πριν όμως φτάσουμε εκεί (στα νομικά επιχειρήματα) θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο τι θέλουμε. Και αυτό απαιτεί διάλογο ούτως ώστε να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατόν συναίνεση και να απομακρυνθεί κάθε ίχνος καχυποψίας ως προς τις προθέσεις συναδέλφων.

γ) Προσεχείς πρωτοβουλίες

Ως εκ των ανωτέρω εκτιμώ ότι η χρονική περίοδος την οποία διανύουμε δεν αφήνει περιθώρια για αδράνεια. Πέρα από τα νομικά επιχειρήματα ή το ηθικό μέρος υπάρχει και το ουσιαστικό. Και το ουσιαστικό μέρος είναι ότι μια ομάδα περίπου 180 υπαλλήλων - κατά τη μεγάλη πλειοψηφία τους καταρτισμένων και ικανών με γνώσεις τόσο θεωρητικές όσο και πρακτικές - βρίσκεται ουσιαστικά σε ομηρία. Ιδιαίτερα οι νεότεροι συνάδελφοι δίχως να έχουν καμία ευθύνη έχουν βρεθεί μπροστά σε ένα ουσιαστικό αδιέξοδο, το οποίο στην καλύτερη εκδοχή διασφαλίζει τη συνέχιση της καταβολής του μισθού τους δίχως καμία προοπτική εξέλιξης. Ως φαίνεται η διοίκηση του ΥΠΕΞ δεν είναι σε θέση να αξιοποιήσει όλους αυτούς του υπαλλήλους λόγω μικροσυντεχνιακών συμφερόντων. Και αν η εκάστοτε πολιτική ηγεσία είναι δέσμια τέτοιων συντεχνιών εμείς πως έχουμε υπερασπιστεί τα δικαιώματα μας? Πως έχουμε δείξει την προστιθέμενη αξία μας ως κλάδος ;

Γιατί η ιστοσελίδα Agora (η δημιουργία και λειτουργία της οποίας είναι χρήσιμη) έχει καταστεί ο ακρογωνιαίος λίθος της αποδοτικότητας των γραφείων ΟΕΥ? Εν έτει 2009/10, όπου μέσω του διαδικτύου κάθε ενδιαφερόμενος έχει άμεση πρόσβαση σε δεδομένα και πληροφορίες, εκτιμώ ότι η προστιθέμενη αξία των υπαλλήλων του κλάδου μας δεν αποτυπώνεται μόνο στις καταχωρήσεις τις οποίες αναρτούν, αλλά από πολλές και συχνά επίπονες προσπάθειες οι οποίες περιλαμβάνουν την δυνατότητα δημιουργίας και αξιοποίησης κοινωνικών επαφών, επικοινωνιακή ικανότητα, ευελιξία στη αντιμετώπιση ειδικών καταστάσεων διεκπεραίωση και υλοποίηση στόχων (επιχειρηματικών αποστολών, συμμετοχή σε ημερίδες και συνέδρια. κα). Στόχοι οι οποίοι μερικές φορές δεν είναι μετρήσιμοι αλλά συγκροτούν έναν ολοκληρωμένο και αξιόπιστο υπάλληλο. Ας μην ξεχνάμε ότι τα περισσότερα γραφεία είναι ολιγομελή και πολλές φορές ένας υπάλληλος ΟΕΥ χρειάζεται να εκτελεί πολλούς διαφορετικούς ρόλους. Εάν αποκοπεί από το πεδίο της αγοράς και απλά ενταχθεί σε έναν ανούσιο ανταγωνισμό για τις περισσότερες καταχωρήσεις εκτιμώ ότι απομακρυνόμαστε από το στόχο μας.

Ερώτημα 3.

Ποιες είναι οι άμεσες πρωτοβουλίες και ποιες οι ενδεχόμενες

κινητοποιήσεις μας;

Εύχομαι όπως όλοι μας να μη χρειαστεί να καταφύγουμε σε κινητοποιήσεις αλλά εάν δεν επιλυθεί το πρόβλημα το οποίο υπάρχει σήμερα εκτιμώ ότι είναι μονόδρομος (εφόσον υπάρχει στοιχειώδης αξιοπρέπεια) να υπάρξει μια αντίδραση η οποία θα κάνει και τα επιχειρήματα μας να ακουστούν. Και διευκρινίζω: δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάποια συνομωσία εναντίον του κλάδου μας, υπάρχει όμως ένα πρόβλημα ενημέρωσης της πολιτικής ηγεσίας για το ρόλο μας . Και αυτό γιατί δυστυχώς μεταξύ ημών και της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας παρεμβάλλονται πολλοί «καλοθελητές» οι οποίοι για τους δικούς τους λόγους (τα συμφέροντα τους είναι αντίθετα με τα δικά μας ) απαξιώνουν το ρόλο μας.

Κατανοώ την επιφυλακτικότητα των παλαιοτέρων συναδέλφων όμως οι νεότεροι συνάδελφοι έχουμε ευθύνη και πρέπει να το καταλάβουμε σύντομα πριν να είναι αργά. Ας γίνει η αρχή με μια εφ’όλης της ύλης ενημέρωση από το ΔΣ και με πνεύμα συνεργασίας και ενότητας ας μελετήσουμε τις επόμενες κινήσεις μας.

Με εκτίμηση και συναδελφικούς χαιρετισμούς,

Μάριος Μπελιμπασάκης Γρ.ΟΕΥ Α΄